Έπειτα από ένα μήνα που στην αξιωματική αντιπολίτευση συζητούσαν μόνο για τη διαδικασία εκλογής και για τίποτε άλλο, στο συνέδριο που διεξήχθη το σαββατοκύριακο άρχισαν να μπαίνουν στην ατζέντα και πολιτικά ζητήματα. Όχι αναλυτικά ή με εξειδικεύσεις. Ακροθιγώς, όπως ταιριάζει σε μία προεκλογική περίοδο.
Η μεν Ντόρα Μπακογιάννη ευαγγελίζεται «ανοιχτό κόμμα» με «όργανα που θα λειτουργούν» και προτείνει να έχει θητεία ο αρχηγός και να γίνονται αρχαιρεσίες για την ανάδειξη των υποψηφίων βουλευτών, δημάρχων και νομαρχών. Αυτονόητα πράγματα, δηλαδή, για ευρωπαϊκά κόμματα, είτε συντηρητικά, είτε σοσιαλδημοκρατικά.
Ο δε Αντώνης Σαμαράς μιλά για τη «νέα μεταπολίτευση», θέλει «επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες της παράταξης», «επαναπατρισμό των ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας» και «μπόλιασμα των παραδοσιακών αξιών με τις νέες ιδέες και τον κοινωνικό φιλελευθερισμό».
Οι πολιτικές πλατφόρμες των δύο βασικών διεκδικητών της προεδρίας της Νέας Δημοκρατίας όχι μόνο έχουν διαφορές, αλλά είναι διαμετρικά αντίθετες. Η πολιτική επιχειρηματολογία της πρώην υπουργού Εξωτερικών είναι πως η Νέα Δημοκρατία πρέπει να ανοιχτεί σε νέα ρεύματα σκέψης και να προσεγγίσει και μη παραδοσιακούς ψηφοφόρους, ενώ ο πρώην υπουργός Πολιτισμού θέτει ως προϋπόθεση για να γυρίσει σε τροχιά εξουσίας η συντηρητική παράταξη τη συσπείρωση γύρω από αυτήν όλων των παραδοσιακών ψηφοφόρων της, των ψηφισάντων Καρατζαφέρη συμπεριλαμβανομένων.
Κατά συνέπεια, η μεν Ντόρα Μπακογιάννη υποστηρίζει ότι η πολιτική πλατφόρμα Σαμαρά περιχαρακώνει την Νέα Δημοκρατία στο 38%, που υπολογίζεται ότι είναι ο «χώρος» της. Επίσης, ο Αντώνης Σαμαράς κατηγορεί την κ. Μπακογιάννη ότι επιδιώκει «να μιμηθεί το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ».
Η αλήθεια είναι ότι σε μία χώρα που παραδοσιακά ο «χώρος» της Κεντροαριστεράς είναι –οριακά μάλλον, τα τελευταία χρόνια- ευρύτερος από αυτόν της Κεντροδεξιάς, η πλατφόρμα Μπακογιάννη συγκεντρώνει περισσότερες πιθανότητες για να κατακτήσει ξανά η Νέα Δημοκρατία την εξουσία. Ωστόσο, η πολιτική δεν είναι αριθμητική, ούτε προσθαφαιρέσεις και η Νέα Δημοκρατία με την όποια πλατφόρμα, αν έρθει η ώρα της, δηλαδή αν κλείσει ο πολιτικός κύκλος της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, μπορεί να ανέλθει στην εξουσία. Όπως ακριβώς ο Γιώργος Παπανδρέου βρέθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου ευαγγελιζόμενος γενικώς και αορίστως την «πράσινη ανάπτυξη», όταν η κυβέρνηση Καραμανλή ήταν σε σήψη και ο πολιτικός κύκλος του –πάλαι ποτέ «τεφάλ»- Κώστα Καραμανλή έφτανε στο τέλος του.
Υποτονικό «συνέδριο»
Και, ενώ οι πρώτες πολιτικές κουβέντες –πασπαλισμένες με τη «στρογγυλάδα» μιας προεκλογικής αναμέτρησης- ακούστηκαν από τους δύο υποψήφιους, δεν έγινε το ίδιο με τους συνέδρους. Ούτως ή άλλως, η διάθεση για συμμετοχή δεν ήταν μεγάλη. Από τους 4.500 περίπου νεοδημοκράτες που αποτελούσαν το συνεδριακό σώμα, μόλις 80 ζήτησαν και έλαβαν το λόγο. Συν τοις άλλοις, μετά τις 5 το απόγευμα του Σαββάτου, όταν δι’ ανατάσεως της χειρός και με συντριπτική πλειοψηφία, υπερψηφίστηκαν οι καταστατικές αλλαγές για εκλογή αρχηγού από τη βάση, οι «γαλάζιοι»…αποχώρησαν.
Την Κυριακή, στην τεράστια αίθουσα του ΣΕΦ, πολλοί σύνεδροι υπήρξαν μόνο την ώρα που δευτερολόγησε η Ντόρα Μπακογιάννη, αλλά κι αυτοί κατόπιν…κινητοποίησης. Μόλις η πρώην υπουργός Εξωτερικών κατέβηκε από το βήμα, η εικόνα της αίθουσας ήταν οι άδειες καρέκλες, 15-20 σύνεδροι από αυτούς που περίμεναν να πάρουν το λόγο και η εκκωφαντική απουσία των κορυφαίων στελεχών, του απερχόμενου προέδρου της Νέας Δημοκρατίας μη εξαιρουμένου.
Οι όποιες πολιτικές «ζυμώσεις» γίνονταν στους διαδρόμους, στις κουίντες, στο παρασκήνιο. Επίσης, ήταν ζυμώσεις με χαρακτήρα όχι πολιτικό, αλλά προσωπικό. Κυριαρχούσε η «στρατολόγηση» στελεχών από στελέχη των δύο «στρατοπέδων», αλλά και η απαραίτητη κατάθεση…πιστοποιητικών ένταξης στα στρατόπεδα αυτά από συνέδρους που ακόμη δεν είχαν δηλώσει την υποστήριξή τους προς τον υποψήφιο που θέλουν να εκλεγεί.
Ποια δημοκρατία;
Όμως, το βασικότερο πρόβλημα του συνεδρίου δεν ήταν αυτό. Ήταν η απόφασή του. Για την ακρίβεια, η επικύρωση της εισήγησης της Κεντρικής Επιτροπής, που είχε προκύψει από το «παζάρι» των υποψηφίων προέδρων με τον απερχόμενο πρόεδρο. Δηλαδή, η εκλογή του νέου αρχηγού από τη βάση.
Όσοι παρακολουθούν ιστορικά την πορεία της Νέας Δημοκρατίας, γνωρίζουν την πολιτική «καθυστέρηση» που χαρακτηρίζει τη συντηρητική παράταξη. Πρόκειται για μία παράταξη που έως το 1986, εξέλεγε αρχηγό από την κοινοβουλευτική ομάδα. Μόλις το 1997 εξελέγη ο πρώτος αρχηγός από συνέδριο! Πρόκειται για ένα κόμμα με εντελώς υποβαθμισμένο ρόλο των οργάνων του. Χαρακτηριστικά πρόσφατα παραδείγματα αποτελούν τρία γεγονότα: Η Κεντρική Επιτροπή συνεδρίασε όταν ο Κ. Καραμανλής ήθελε να στείλει μήνυμα προς τους «αντάρτες» «να τον ρίξουν, αν τολμούν». Η κοινοβουλευτική ομάδα συνεδρίασε όταν ο τότε ένοικος του Μεγάρου Μαξίμου ήθελε να πει το περίφημο «mea culpa», μπας και πάρει καμιά δημοσκοπική ανάσα για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Κανένα όργανο δε συνεδρίασε μετά το εκλογικό «ράπισμα» των ευρωεκλογών της 7ης Ιουνίου, για να κάνει αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος!
Επίφαση δημοκρατίας
Αυτή η παράταξη, λοιπόν, η ούτως ή άλλως προβληματική στη δημοκρατική λειτουργία της, ετοιμάζεται να εκλέξει αρχηγό από τη βάση του κόμματος. Και όλοι ομνύουν στη δρομολογηθείσα διαδικασία, κάνοντας λόγο για «δημοκρατική κατάκτηση».
Η εκλογή αρχηγού από τη βάση, όμως, αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία. Με εξαίρεση την ιταλική Κεντροαριστερά, ίσως και τους Τόρηδες, κανένα άλλο σοβαρό κόμμα της Ευρώπης δεν εκλέγει αρχηγό από τα μέλη του.
Τα κόμματα λειτουργούν και κυβερνώνται κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του κράτους. Με αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Η βάση, μέσω τοπικών και νομαρχιακών επιτροπών, αναδεικνύει συνέδρους, το συνέδριο αποτελεί το ανώτατο καθοδηγητικό όργανο του κόμματος και αναδεικνύει την Κεντρική Επιτροπή και τον εκάστοτε πρόεδρο. Ο οποίος, φυσικά, είναι υποχρεωμένος, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να λογοδοτεί στα όργανα που τον εξέλεξαν.
Τώρα, η βάση της Νέας Δημοκρατίας καλείται να εκλέξει τον αρχηγό της. Όπως έγινε και με το ΠΑΣΟΚ στις 11 Νοεμβρίου του 2007. Η «αμεσοδημοκρατική» εκλογή και η δημοκρατική νομιμοποίηση του Γιώργου Παπανδρέου, όμως, δεν τον εμπόδισε να λειτουργεί τα τελευταία δύο χρόνια με τη λογική της «αρχής του κηπουρού». Όπως, δηλαδή, προδικτατορικά, ο βασιλιάς μπορούσε να δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης «ακόμη και στον κηπουρό του», αρκεί εκείνος να εξασφάλιζε κατόπιν την εμπιστοσύνη της Βουλής, κάπως έτσι λειτούργησε και ο κ. Παπανδρέου.
Εθνικό και Πολιτικό Συμβούλιο συνεδρίαζαν σπάνια, η ευρωλίστα ήταν προνόμιο του προέδρου, το ψηφοδέλτιο Επικρατείας ομοίως. Η «δημοκρατική» λειτουργία του προέδρου του ΠΑΣΟΚ δεν τον εμπόδισε να αποκλείσει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όλους τους «ανεπιθύμητους» και τους «εκσυγχρονιστές» από τα ψηφοδέλτια, με αποκορύφωμα τις μεθοδεύσεις της Ιπποκράτους προς τον πρώην πρωθυπουργό και πρόεδρο του Κινήματος, Κώστα Σημίτη.
Και, μετά την 4η Οκτωβρίου, ο Γιώργος Παπανδρέου «επέβαλε» επί της ουσίας τον «δικό του άνθρωπο» για γραμματέα του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ, τον Σωκράτη Ξυνίδη. Χωρίς διάλογο, χωρίς συζήτηση. Με έμπειρα στελέχη του κόμματος να….αναρωτιούνται για τα φυσιογνωμικά χαρακτηρικά του νέου γραμματέα! Και χωρίς καν ο κ. Ξυνίδης να λάβει το λόγο στη συνεδρίαση, για να πει έστω «πού θέλει να πάει το πράγμα»!
Μπορεί, λοιπόν, «πράσινοι» και «γαλάζιοι» να ομνύουν στην «δημοκρατική πρωτοπορία» της εκλογής αρχηγού από τα μέλη, ωστόσο στην ουσία πρόκειται για πισωγύρισμα. Γιατί τα όργανα που υποβαθμίζονται (ειδικά το συνέδριο και η Κεντρική Επιτροπή, που αποτελεί το ανώτατο καθοδηγητικό-βουλευόμενο όργανο μεταξύ δύο συνεδρίων) και «παρακάμπτονται» δεν αντιπροσωπεύουν μόνο τη βάση του κόμματος στην κομματική πυραμίδα. Εκεί καταγράφονται οι διαφορετικές απόψεις, οι εσωκομματικές τάσεις και οι συσχετισμοί. Και, εξαιτίας αυτού, αυτά τα όργανα λειτουργούν και ως «αντίβαρα» της ακατάσχετης και ακατάλυτης προεδρικής εξουσίας.
Ενώ, λοιπόν, η Κεντρική Επιτροπή ή το συνέδριο μπορούν να συναποφασίζουν –με συνεδριάσεις- ή ακόμη και να «τραβούν τα αφτιά» του εκάστοτε προέδρου, τα μέλη δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο. Δεν διοικούνται με…δημοψηφίσματα μελών τα κόμματα. Ενώ τα όργανα μπορούν να συγκληθούν ανά πάσα στιγμή. Σαν να μην έφταναν αυτά, ένας πρόεδρος εκλεγμένος από εκατοντάδες χιλιάδες μέλη έχει στην τσέπη του τη «δημοκρατική νομιμοποίηση» (για επίφαση δημοκρατίας πρόκειται) να λαμβάνει όποιες αποφάσεις θέλει, όπως τις θέλει. Με αποτέλεσμα να μην είναι primus inter pares, αλλά… ελέω Θεού, ή καλύτερα ελέω λαού,ηγέτης και ταγός. Και να λειτουργεί ως τέτοιος….