"Πέρα από τη φαντασία"
"Εκείνο το βράδυ της Πέμπτης 9 Νοεμβρίου του 1989 ήμασταν μαζεμένοι στο σπίτι μας, σ’ ένα φοιτητικό κοινόβιο στη Στουτγάρδη. Είχα μόλις επιστρέψει από το Ανατολικό Βερολίνο, όπου με είχαν στείλει, μαθητευόμενη δημοσιογράφο, να καλύψω τη μεγάλη διαδήλωση της Δευτέρας. Ήμουν τυχερή, επειδή, όπως είχε πει ο αρχισυντάκτης μου, «είχα το σωστό διαβατήριο» και μπορούσα αμέσως να πάρω βίζα.
Το Ανατολικό Βερολίνο εκείνες τις μέρες ήταν τόσο γκρι όσο πάντα, αλλά είχε και κάτι καινούργιο: Μύριζε φόβο κι ελπίδα, ταυτόχρονα. Η διαδήλωση της Δευτέρας -«εμείς είμαστε ο λαός»- ήταν τεράστια και γεμάτη παλμό. Οι περισσότεροι φοβούνταν ότι μπορεί το κόμμα να βγάλει τον στρατό στον δρόμο, όμως έκαναν φιλότιμες προσπάθειες να αψηφήσουν τον φόβο. Και το κατάφεραν. Στον αέρα υπήρχε και η μυρωδιά της Wende - σημαίνει κάτι μεταξύ στροφής, αλλαγής και ανατροπής. Μόνο που κανείς δεν ήξερε να πει στροφή προς τα πού. Κάποιοι διαδηλωτές ήθελαν τη μεταρρύθμιση του σοσιαλισμού, κάποιοι απλώς την ελευθερία να ταξιδεύουν. Όλοι τους ήθελαν μια DDR ελεύθερη. Αλλά σχεδόν κανενός η φαντασία δεν έφτανε να ζωγραφίσει αυτό που σε τρεις μέρες έμελλε να γίνει πραγματικότητα. Το άνοιγμα του Τείχους - και την κατάρρευση του υπαρκτού.
Εκείνο το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου συζητούσαμε παθιασμένα για τις διαδηλώσεις, για τις νέες πολιτικές ομάδες που ξεφύτρωναν στην Ανατολική Γερμανία, για το τι θα κάνει ο Γκορμπατσόφ. Δύο από τους συγκατοίκους μας είχαν συγγενείς από την άλλη πλευρά, ανησυχούσαν γι’ αυτούς. Κι είπαν «πάμε το Σαββατοκύριακο στο Βερολίνο, κάπως θα τα καταφέρουμε με τη βίζα». Αυτή τη βίζα τελικά δεν τη χρειαστήκαμε. Στις βραδινές ειδήσεις, ο Χάγιο Φρίντριχς, η ενσάρκωση του ψύχραιμου παρουσιαστή, ξεκίνησε το δελτίο με τη φωνή του να τρέμει από συγκίνηση και τα λόγια «ανοίγουν οι πύλες στο Βερολίνο». Δεν ήταν ακριβώς έτσι, οι πύλες είχαν ανοίξει μόνο σε ένα φυλάκιο. Αλλά αυτές οι πέντε λέξεις του Φρίντριχς ήταν αρκετές για να μαζευτούν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κι από τις δύο πλευρές του Τείχους, για να αρχίσει μια ώρα αργότερα η μεγαλύτερη, η πιο αυθόρμητη, η πιο χαρούμενη γιορτή που βίωσε ποτέ η Γερμανία.
Κανείς μας δεν ξέχασε εκείνο το βράδυ, όπως κι αν εξελίχθηκε μετά η ζωή μας. Είδαμε τότε την ιστορία να αλλάζει μπροστά στα μάτια μας, από ανθρώπους σαν κι εμάς."
Όλγα Σελλά, εφημερίδα Καθημερινή
"Απομιμήσεις της Ιστορίας"
"Συλλογική επέτειος ήταν η χθεσινή των είκοσι χρόνων από την πτώση του τείχους στο Βερολίνο. Ενα ταξίδι προς τα πίσω για πολλούς. Για εκείνους που έζησαν τη φοβερή αυτή τη βραδιά, όταν το Check Point Charlie, το κεντρικό σημείο ελέγχου ανάμεσα στο Δυτικό και το Ανατολικό Βερολίνο, δεν είχε πλέον λόγο ύπαρξης. Για τους συνοριακούς φρουρούς της Ανατολικής Γερμανίας, που ευτυχώς το ν’ ανοίξουν πυρ δεν ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκαν βλέποντας τα πλήθη να καταφτάνουν στο τείχος. Για εκείνους που το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου 1989 πήραν απόφαση ότι περνούν, οριστικά πια, στην όχθη της ορθολογικής ωριμότητας. Για εκείνους που χρόνια πριν το 1989 είχαν αρχίσει να γνωρίζουν ή να υποθέτουν για το τι υπήρχε πίσω από αυτό - πίσω από τον περιτοιχισμένο υπαρκτό σοσιαλισμό. Για κείνους που υπερασπίστηκαν αυτόν τον εγκλεισμό, θεωρώντας ότι έξω από αυτά τα τείχη κινδυνεύουν να αλλοτριωθούν. Για κείνους που -είτε τον πολεμούσαν είτε τον υπερασπίζονταν- συνειδητοποίησαν ότι εκείνη τη μέρα έκλεισε ένας κύκλος. Ολοκληρώθηκε μια μεγάλη διαδρομή, που γοήτευσε πολλούς, απογοήτευσε άλλους τόσους, ισοπέδωσε περισσότερους και ενέπνευσε εκατοντάδες χιλιάδες. Και πάντως απασχόλησε σχεδόν ολόκληρο τον 20ό αιώνα.
Στα είκοσι χρόνια που μεσολάβησαν, άνοιξαν αρχεία, άνοιξαν στόματα και μνήμες, άνοιξαν νέοι δρόμοι για πολλούς. Κάποιοι θυμούνται πού βρίσκονταν είκοσι χρόνια πριν με ανακούφιση, και κάποιοι με νοσταλγία. Στα κεντρικά σημεία της πόλης υπάρχουν πάντα κάποιοι που για να βγάλουν το μεροκάματό τους ντύνονται Ανατολικογερμανοί αστυνομικοί και φωτογραφίζονται με τους τουρίστες, στοιχείο που για πολλούς αγγίζει τα όρια του κιτς. Αναμφίβολα το τείχος είναι ένα ισχυρό σύμβολο της σύγχρονης Ιστορίας, και όλοι θέλουν να φωτογραφίζονται με την Ιστορία. Ή με τις απομιμήσεις της. Εξίσου πολλά είναι και τα ιδιωτικά μουσεία στα παλαιά σημεία ελέγχου του τείχους, με εκθέματα όσα χρησίμευσαν κάποτε ως τρόποι διαφυγής από την πρώην Ανατολική Γερμανία.
Για τη χθεσινή επέτειο το Βερολίνο φόρεσε τα «καλά του», υποδέχτηκε πολλές χιλιάδες επώνυμους και ανώνυμους επισκέπτες και, στο πλαίσιο της επετείου, έστησε χίλια ψεύτικα κομμάτια τείχους, για να πέσουν ως ντόμινο «εις ανάμνησιν». Ασφαλώς και η ανέγερση του τείχους και η πτώση του ήταν στιγμές που σημάδεψαν την ιστορία των Γερμανών, των Ευρωπαίων, του 20ού αιώνα. Μόνο που οι στιγμές της Ιστορίας δεν είναι σαν κεράκια της τούρτας να τα σβήνουμε κάθε χρόνο στα γενέθλια. Συμβαίνουν άπαξ, και στις επετείους θυμόμαστε και αναστοχαζόμαστε όσα προηγήθηκαν, όσα μεσολάβησαν, όσα ακολούθησαν. Η προσομοίωση της Ιστορίας με όρους θεάματος δεν ξέρω πόσους πράγματι συγκινεί και συνεγείρει. Ισως τους τουρίστες της Ιστορίας."
Θανάσης Καρτερός, εφημερίδα Αυγή
"Το Τείχος και τα τούβλα"
"Σ' έναν ηθικό κόσμο θα έπρεπε η εικοστή επέτειος από την κατάρρευση του Τείχους να είναι μέρα μνήμης και περισυλλογής. Γιατί έγιναν όσα έγιναν, πώς φτάσαμε στον διαχωρισμό του κόσμου σε δυο στρατόπεδα και στο τείχος, πώς μπορούμε να αποφύγουμε αύριο παρόμοιες τραγωδίες. Και φυσικά πώς και γιατί ο σοσιαλισμός των οραμάτων και των υποσχέσεων κατάντησε σοσιαλισμός της Στάζι και των φυγάδων, κάποιοι από τους οποίους άφησαν την τελευταία τους πνοή στην περίμετρο του Τείχους.
Στον σημερινό κόσμο των νικητών όμως, προέχει ο ρωμαϊκός θρίαμβος. Τα κομμένα κεφάλια, προφανώς προς γνώση και συμμόρφωση... Γράφουν την ιστορία όπως θέλουν και σβήνουν από την ιστορία ό,τι θέλουν. Όπως, για παράδειγμα, ότι το 1961, χρονιά του Τείχους, ο ψυχρός πόλεμος ήταν στο φόρτε του. Ότι το 1961 οι Αμερικανοί οργάνωσαν την απόβαση στον Κόλπο των Χοίρων, την οποία ακολούθησε η κρίση των πυραύλων. Ότι το 1961 ο Τζων Κέννεντι δεσμεύτηκε στο Βιετνάμ, πολλαπλασίασε την αποστολή όπλων και εφοδίων, στήριξε την αντικομμουνιστική δικτατορία της Σαϊγκόν, άρχισε ό,τι εξελίχθηκε στη μεγάλη τραγωδία. Ότι το 1961 συναντήθηκε με τον Χρουστσόφ, για να συζητήσουν, χωρίς καμιά επιτυχία, κυρίως την τύχη του Βερολίνου. Στο οποίο οι Δυτικοί είχαν επενδύσει πολλά, καθώς το ιδιόμορφο καθεστώς του προσφερόταν για κάθε είδους ψυχροπολεμική επιχείρηση.
Δεν φύτρωσε λοιπόν το Τείχος σε έναν κόσμο ασφάλειας και δημοκρατίας, αλλά σε έναν κόσμο λυσσασμένης αντιπαράθεσης. Οικοδόμοι του δεν ήταν μόνο οι σημερινοί κατηγορούμενοι, αλλά και οι σημερινοί κατήγοροι. Κι αλήθεια, ποιος θα τιμήσει τα εκατομμύρια θύματα των δικών τους πολέμων, των δικών τους δικτατοριών και των δικών τους στρατιωτικών επεμβάσεων; Στη Χιλή, στην Ουρουγουάη, στην Αργεντινή, στη Λατινική Αμερική, στο Βιετνάμ, στην Ινδονησία, στη Μέση Ανατολή; Ε, λοιπόν δεν συμμετέχουμε όλοι μαζί με τον Μπους και τον Κολ στον θρίαμβο. Γιατί αν οι ηττημένοι δεν δικαιούνταν να κρύβουν τον σοσιαλισμό τους πίσω από το Τείχος, οι νικητές δεν δικαιούνται να κρύβουν τα εγκλήματά τους πίσω από τα τούβλα του..."
Λεχ Βαλέσα
Αντώνης Καρκαγιάννης, εφημερίδα Καθημερινή
"Η πτώση του «Τείχους»"
"Στην αρχή νομίσαμε ότι είναι ένα σημαντικό επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου. Ενδεχομένως μια αποκλιμάκωσή του, ή για μια σημαντική επιμέρους μάχη, που την έχασε ο ένας εμπλεκόμενος και την κέρδισε ο άλλος.
Υπήρχαν ήδη πολλές ρωγμές και ακούγονταν τριγμοί στο μέχρι τότε μονολιθικό στρατόπεδο του «υπαρκτού σοσιαλισμού», αλλά ο κεντρικός πυρήνας της υλικής δύναμης, η Σοβιετική Ένωση, εξακολουθούσε να τελεί υπό τον αδιαμφισβήτητο έλεγχο του κομμουνιστικού κόμματος και του συγκεντρωτικού και απολυταρχικού σοβιετικού κράτους. Με ηγέτη τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Μένει στους ιστορικούς να ερευνήσουν και να ερμηνεύσουν τη συγκρότηση, τις ιδέες και τις σκέψεις και τελικά τον ρόλο αυτού του ηγέτη σε μια κρίσιμη στιγμή.
Το βέβαιο είναι ότι αυτή την κρίσιμη στιγμή, ο ηγέτης αυτός αποφάσισε να μην αντιτάξει στην αυθόρμητη θέληση του λαού τη συντεταγμένη δράση της υλικής δύναμης. Δεν έστειλε στο Βερολίνο τα τανκς που εν αφθονία διέθετε. Ουσιαστικά εγκατέλειπε την «ισορροπία του τρόμου» που μέχρι τότε ήταν η κυρίαρχη στρατηγική του Ψυχρού Πολέμου. Την εγκατέλειπε μονομερώς. Από μεγάλη μερίδα του πολιτικού κόσμου και της κοινής γνώμης, κυρίως από την Αριστερά, η στροφή αυτή ερμηνεύθηκε ως ήττα και ως «προδοσία».
Η αντίστοιχη μερίδα χαιρέτισε το γεγονός ως «θρίαμβο της Δημοκρατίας» και της συνακόλουθης ιδεολογικής, αλλά και υλικής ισχύος της. Σχηματικά και μάλλον απλοϊκά ήταν ο «δημοκρατικός καπιταλισμός» και η δύναμή του που κέρδισαν μια αποφασιστική μάχη εναντίον του «απολυταρχικού σοσιαλισμού», αλλά πάντοτε στο γενικό πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.
Χρειάσθηκαν και άλλα σημαντικά και αλλεπάλληλα γεγονότα για να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι σε πλανητική πλέον κλίμακα αλλάζουμε εποχή, αλλάζουμε τρόπο ζωής και σκέψης. Ότι δεν μπορούμε πλέον να σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο και να μιλούμε με τους ίδιους όρους: ένας ολόκληρος κόσμος ιδεών και μια επική αφήγηση αγώνων και δράσης που συμπυκνώθηκε στη λέξη «σοσιαλισμός», απογυμνώθηκε ακαριαία από το ιδεολογικό και πολιτικό του περιεχόμενο και αποκαλύφθηκε σαν κάκιστη, αναποτελεσματική, απίστευτα αιματηρή και πάντοτε με το σπέρμα του δογματικού απολυταρχισμού διαχείριση οραμάτων και διεκδικήσεων. Ο σοσιαλισμός έχασε πια την ισχύ και το κύρος του στρατηγικού όρου.
Πολλοί βιάστηκαν τότε, με ρομαντισμό ή με υστεροβουλία να μιλήσουν και να διακηρύξουν ότι διαγράφηκαν οι διαχωριστικές γραμμές που ως τότε χώριζαν τον κόσμο. Χρειάσθηκε η επιδρομή της «παγκοσμιοποίησης» (όπως την περιγράφει ο Μαρξ στο προοίμιο του «Μανιφέστου» ως φυσική εξέλιξη του καπιταλισμού και όχι σαν μια παγκόσμια συνωμοσία των καπιταλιστών) και οι πόλεμοι που προκάλεσε η απίστευτη και συμφεροντολογική αλαζονεία των «νικητών» του Ψυχρού Πολέμου, χρειάσθηκε ακόμη η παγκόσμια «ανθρωπιστική» καταστροφή της μετανάστευσης για να αποκαλυφθεί ότι η κόκκινη διαχωριστική γραμμή που χωρίζει αυτούς που έχουν και αυτούς που δεν έχουν όχι μόνο δεν εξαλείφθηκε, αλλά συνεχώς βαθαίνει και διαμορφώνει βάναυσα την παγκόσμια γεωγραφία αλλά και την εσωτερική κάθε χώρας.
Φαίνεται ότι, με αφετηρία την πτώση του «Τείχους του Βερολίνου», ο κόσμος άρχισε να αλλάζει συνολικά. Αν η λέξη σοσιαλισμός έχασε (πιστεύω οριστικά) την αντιστοιχία της με τις νέες πραγματικότητες, ούτε με τη λέξη καπιταλισμός μπορούμε να συνεννοηθούμε και να διαμορφώσουμε νέες συλλογικότητες."
Γιάννης Πρετεντέρης, εφημερίδα Το Βήμα
"Έπεσε το Τείχος;"
"Στα σημερινά παιδιά, η Σοβιετική Ένωση ηχεί τόσο μακρινή, ακαταλαβίστικη και ξένη, όσο η ναζιστική Γερμανία ή η φασιστική Γερμανία. Για τους πατεράδες τους, όμως, δεν ήταν καθόλου αυτονόητο ότι η μισή Ευρώπη ζούσε σε καθεστώς μεταπολεμικής κατοχής. Ισα ίσα! Η κρατούσα αίσθηση στην Ελλάδα (και δεν εννοώ, βεβαίως, μόνο τους ψηφοφόρους του ΚΚΕ...) θεωρούσε, ακόμη και το 1989, ότι η Ανατολή ήταν μικρότερο κακό από τη Δύση και, πάντως, λιγότερο ενοχλητική.
Η αίσθηση του «κακού» για αυτό που υπήρχε στην άλλη πλευρά του Τείχους ήταν εξαιρετικά μετρημένη. Θα υπενθυμίσω, ας πούμε, ότι στις αναρίθμητες αντιδράσεις κατά του «αμερικανικού ιμπεριαλισμού» δεν προσετέθη ποτέ ούτε μία αντίδραση κατά της σοβιετικής πολιτείας. Η επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία, η εισβολή στο Αφγανιστάν, η ανάμειξη στην Πολωνία βρήκαν ακόμη και υποστηρικτές, ενώ ούτε ένας έλληνας μαθητής δεν πληροφορήθηκε ποτέ ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε με τη Γερμανία και τη Σοβιετική Ενωση στο ίδιο στρατόπεδο ή ότι η Λετονία, η Εσθονία και η Λιθουανία δεν ήταν «σοβιετικές επαρχίες» αλλά κατακτημένες χώρες.
Δεν είναι, ασφαλώς, δουλειά μου να ερμηνεύσω το αίσθημα ενός λαού. Η καταγραφή του, όμως, εξηγεί για ποιον λόγο (και σε αντίθεση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες...) η πτώση του Τείχους και η κατάρρευση του κομμουνισμού δεν έγινε δεκτή στη χώρα μας με την έκρηξη χαράς και το αίσθημα ανακούφισης που εκδήλωσαν αυθόρμητα όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι.
Επαρχιωτισμός, δηλαδή, αλλά και επιφύλαξη, ίσως και δυσφορία. Υπό αυτή την έννοια, το Τείχος στο Βερολίνο μπορεί να έπεσε πριν από είκοσι χρόνια. Αλλά για την Ελλάδα, δεν είμαι ακόμη βέβαιος..."
Λεονίντ Μπρέζνιεφ - Έρικ Χόνεκερ
Slavoi Zizek, εφημερίδα Le Monde // αναδημοσίευση εφημερίδα Τα Νέα (09/11/09)
"Νέοι Κραβτσένκο, η αληθινή ελπίδα της Αριστεράς"
"Η τεράστια πλειονότητα των διαφωνούντων της Ανατολικής Ευρώπης πριν από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, πριν από 20 χρόνια, δεν διαδήλωναν υπέρ του καπιταλισμού. Ήθελαν περισσότερη αλληλεγγύη και δικαιοσύνη, ήθελαν να είναι ελεύθεροι να ζουν χωρίς να ελέγχονται αδιάκοπα από το κράτος. Όμως η μόνη απάντηση στη σοσιαλιστική ουτοπία ήταν άραγε ο υπαρκτός καπιταλισμός; Πού βρισκόμαστε σήμερα;
Ας αναφέρουμε εδώ την περίπτωση του Βίκτορ Κραβτσένκο (1905-1966), του Σοβιετικού διπλωμάτη, ο οποίος το 1944 επωφελήθηκε από ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη για να αποσκιρτήσει. Εξέδωσε τα απομνημονεύματά του με τίτλο «Επέλεξα την ελευθερία», προσφέροντας την πρώτη άμεση μαρτυρία για τη φρίκη του σταλινισμού και μια λεπτομερή αναφορά στον λιμό που προκάλεσε η υποχρεωτική κολεκτιβοποίηση στην Ουκρανία. Η επίσημη βιογραφία του σταματά το 1949. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό είναι πως, ενώ τον επευφημούσαν ως ήρωα του Ψυχρού Πολέμου, ο Κραβτσένκο ανησυχούσε για τον μακαρθισμό. Πίστευε πως ο λυσσώδης αντικομμουνισμός μιμούνταν τα λάθη των αντιπάλων του. Και ρίχτηκε σε μια σταυροφορία για έναν νέο τρόπο παραγωγής, με λιγότερη εκμετάλλευση. Πήγε στη Βολιβία, όπου επένδυσε (και έχασε) όλη την περιουσία του οργανώνοντας κοινότητες φτωχών αγροτών. Απογοητευμένος από την αποτυχία του, αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή και στο τέλος αυτοκτόνησε στη Νέα Υόρκη.
Σήμερα νέοι Κραβτσένκο ακούγονται σχεδόν παντού στον κόσμο. Είναι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, δεν μιλούν την ίδια γλώσσα, αλλά είναι περισσότεροι απ΄ ό,τι θα πίστευε κανείς και οι ισχυροί δεν φοβούνται παρά ένα πράγμα: μήπως οι φωνές τους βρουν απήχηση και πολλαπλασιαστούν.
Έχοντας συνειδητοποιήσει πως βαδίζουμε προς την καταστροφή, είναι έτοιμοι να δράσουν με κάθε κόστος. Απογοητευμένοι από τον κομμουνισμό του 20ού αιώνα, δεν διστάζουν να ξαναρχίσουν από το μηδέν και να επανεφεύρουν την έννοια της δικαιοσύνης. Οι αντίπαλοί τους τους θεωρούν επικίνδυνους ουτοπιστές, όμως είναι οι μόνοι που έχουν αληθινά ξυπνήσει από το όνειρο που μας τυφλώνει ακόμη σχεδόν όλους. Είναι αυτοί που, χωρίς την παραμικρή νοσταλγία για τον εκλιπόντα «υπαρκτό σοσιαλισμό», αντιπροσωπεύουν την αληθινή ελπίδα της Αριστεράς."
Γιώργος Παπασωτηρίου, εφημερίδα Βραδυνή (ημερομηνία δημοσίευσης 09/11/09)
"Επιλεκτική μνήμη"
"Ναι, το τείχος του Βερολίνου «έπεσε», αλλά δεκάδες αόρατα και ορατά τείχη είναι παρόντα. Ορατά τα τείχη που έχτισαν οι Ισραηλινοί στη Φαλούτζα, τα 1.100 χιλιόμετρα που έκτισε ο Μπους στα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό, το τείχος που χωρίζει την Κύπρο στα δύο. Αλλά κανείς δεν μιλάει για τα τείχη αυτά, ούτε για τα τείχη που έχτισαν οι Αμερικανοί ανάμεσα στους σουνίτες και τους σιίτες στο Ιράκ ελέγχοντάς τους «βιομετρικά»! Γι' αυτό, σας λέω, η μνήμη που γιορτάζεται στο Βερολίνο είναι μισή μνήμη, είναι επιλεκτική μνήμη, και συνεπώς το πελώριο ψεύδος των νικητών. Αυτών που, ενώ νίκησαν, έχασαν τελικά, ιστορικά. Η Ιστορία όχι μόνο δεν τελείωσε, αλλά και ο ίδιος ο νικητής νεοφιλελευθερισμός κατέρρευσε. Γι' αυτό η επέτειος της πτώσης του τείχους είναι μία ιδεολογική άμυνα, ένας τεχνητός καπνός απόκρυψης των τειχών που περικλείουν τις περιοχές των αποκλεισμένων, των ανέργων, των ανέστιων, των μεταναστών, των απόκληρων.
Τα χειρότερα τείχη, όμως, είναι αυτά που εγκαθίστανται μέσα στο κεφάλι των ανθρώπων. Αυτό συμβαίνει όταν ο φτωχός ωθείται να αντιλαμβάνεται τον όμοιο του, τον μετανάστη ως εχθρό του. Όταν η φτώχεια αντί να ενώνει (πολιτικά), διαιρεί, προκαλώντας έναν ιδιότυπο κοινωνικό εμφύλιο μεταξύ των «κάτω». Αυτός ο εμφύλιος ονομάζεται ρατσισμός -το μεγάλο νέο τείχος- και μέσω αυτού έχουμε μια μετάθεση της κεντρικής κρίσης στην περιφέρεια.
Αλλά και σε ατομικό επίπεδο η πτώση του τείχους του Βερολίνου δεν είναι παρά η conditio minima της προσωπικής ελευθερίας. Όμως, αυτό δεν αρκεί. Ενώ το τείχος πέφτει, ο άνθρωπος αδυνατεί να αναπνεύσει, παθαίνει ασφυξία. Το πρόσωπο μέσα σ' αυτή την ξαφνική απελευθέρωση όλων των τροπισμών μένει πετρωμένο από το σοκ σαν την πεταλούδα στο φως. Πρέπει να «αλλάξει» εαυτό, να ξαναγεννηθεί, αλλά να γίνει τι; Ο αμερικανικός καπιταλισμός ή ο μαφιόζικος καπιταλισμός αντικατέστησαν τον άκρατο οικονομικό κρατισμό και η νομενκλατούρα του κόμματος αντικαταστάθηκε από τους «ολιγάρχες».
Στους «κάτω» ο ριζικός τροπισμός μοιάζει με το θάνατο, που δεν ομολογείται, αλλά διαλανθάνει παντού ως τρόμος. Τελικά, το θέμα δεν είναι να ξεχαστεί μια εποχή σαν να 'ταν εφιάλτης, γιατί ο εφιάλτης ήταν οι άνθρωποι. Θα έπρεπε λοιπόν να ξεχάσουν τους εαυτούς τους για να μπορέσουν να ζήσουν. Ο πρώτος σταθμός είναι η προσπάθεια της απέκδυσης της θυματοποίησης και της συμφιλίωσης μ' αυτό που βίωσαν, με τις αντιφάσεις τους, με το αηδιαστικό και το μεγαλοπρεπές εν ταυτώ. Γιατί οι αντιφάσεις και οι εκπλήξεις με τις οποίες εκπλήσσουμε τους εαυτούς μας εμφανίζονται αδιαλείπτως. Το ίδιο και τα τείχη!"
Στάθης Σ., εφημερίδα Ελευθεροτυπία
"CCCP USSR"
" ... εμείς ας χαμηλώσουμε τα φώτα
κι ας μετρήσουμε βόμβες, μετανάστες και τάφους. Οσο για την ελευθερία που γιορτάζει η Μέρκελ, ο θλιβερός Γκορμπατσώφ, ο κωμικός Σαρκοζί, ο Γιώργος, η Χίλλαρυ και οι ως επί το πλείστον μαφιόζοι ηγέτες των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, δεν είναι η ελευθερία των ανθρώπων, αλλά της διακίνησης των κεφαλαίων που τους σκλαβώνουν
είναι η ελευθερία της αγοράς που υποτίμησε την εργασία σε σκλαβιά, που εξαγόρασε την τέχνη και την αφόπλισε -όχι, με το συμπάθιο, δεν έχω τίποτα να γιορτάσω για την πτώση του Τείχους.
Μόνον να πενθήσω. Για τον σοσιαλισμό που φοβήθηκε τη δημοκρατία κι έτρωγε τα παιδιά του. Για τους ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να αλλάξουν κόλαση.
Για τους «τρελούς» και τους «αντεπαναστάτες» που πλήρωσαν με τη ζωή τους, ή την αξιοπρέπεια, το μυαλό και την ψυχή τους τη μετάλλαξη του σοσιαλισμού σε τυραννίδα, τη μεταμόρφωσή του από όνειρο σε εφιάλτη. Και ταυτοχρόνως να εκφράσω τη λύπη μου, αλλά και την ντροπή μου που για όλα αυτά, πολλοί σαν και
μένα, βρίσκαμε ιστορικές δικαιολογίες, την ιμπεριαλιστική περικύκλωση, τις καταχθόνιες συνωμοσίες των καπιταλιστών και άλλα.
Ομως
όσο δίκιο είχαμε που ήμασταν με τη σοσιαλιστική επανάσταση που έδωσε το πρώτο εργατικό κράτος στον κόσμο, με τη μεγάλη επαναστατική τέχνη, τον Μαγιακόφσκι και τον Πικάσο, όσο δίκιο είχαμε για τον σοσιαλισμό που συνέτριψε τον φασισμό στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, για τον σοσιαλισμό του Σπούτνικ και του Γκαγκάριν, για τις ιδέες που απελευθέρωσαν τα έθνη από την αποικιοκρατία, για
τους αγωνιστές που έδιναν τη ζωή τους σε όλον τον πλανήτη για την απελευθέρωση των ανθρώπων, όσο δίκιο είχαμε για το σύστημα που εξασφάλιζε σε όλους δουλειά, ψωμί, σπίτι, μόρφωση, υγεία, ψυχαγωγία, πολιτισμό, ελεύθερο χρόνο, άλλο τόσο
είχαμε άδικο όταν κλείναμε τα μάτια στα γκουλάγκ, τα θύματα της αναγκαστικής κολεκτιβοποίησης, στον σταλινισμό, τις δίκες, την καταρράκωση της προσωπικότητας, την ενίσχυση της γραφειοκρατίας και της νομενκλατούρας, τον εκφυλισμό του σοσιαλισμού σε μια οργουελιανή παρωδία της λογικής και της ηθικής
ώσπου πέθανε κι έζησε πολλά χρόνια νεκρός.
....................................
Πλην όμως, πιστεύω, ότι αυτή ήταν μόνον η πρώτη πτήση. Κράτησε λίγο και τέλειωσε άτσαλα. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο κομμουνισμός παραμένει πρόταγμα κι ότι η Αριστερά που θα παλέψει για μια τέτοια κοινωνία,
έναν σοσιαλισμό που θα παράγει μερσεντές για τις μάζες, όπου η λαϊκή και άμεση δημοκρατία θα 'ναι αυτονόητες, είναι μια καθ' οδόν Αριστερά- θα την ξαναγεννήσει, ήδη τη γεννάει, ο καπιταλισμός. Δεν ξέρω αν θα λέγονται κομμουνιστές ή όπως αλλοιώς οι επόμενοι επαναστάτες και μεταρρυθμιστές, είμαι όμως βέβαιος ότι η πτήση θα διαρκέσει περισσότερο και θα 'ναι καλύτερη.
Είμαι βέβαιος ότι το (εγγύς) μέλλον, αν δεν παγιδευθεί οριστικώς στον τεχνολογικό «μεσαίωνα» που πάει να εγκαθιδρυθεί, θα απελευθερώσει τις επιστήμες και την εργασία από τους κερδοσκοπικούς φραγμούς των ιδιωτικών εταιρειών και της πολιτικής ελίτ που τις υπηρετεί, ως μια ομογενοποιημένη κάστα πλέον...
Παρ' ότι «για όλα αμφιβάλλω» (καθώς προέταξε και ο Μαρξ στο Κεφάλαιό του το εν λόγω λατινικό ρητό) ταυτοχρόνως νομίζω ότι «ελευθερία είναι η εξυπηρέτηση της ανάγκης» (πάλι Μαρξ, αλλά δικό του, αυτήν τη φορά).
Η ελευθερία θα μας πάει στα αστέρια, όχι τα κέρδη προ φόρων..."